ΜοΤέΡ 2
21 σύγχρονοι
καλλιτέχνες
Κέντρο
Σύγχρονης Τέχνης, Μουσείο Νεοελληνικής Τέχνης
Ρόδος, 5 Οκτωβρίου 2002 - 5 Σεπτεμβρίου 2003
text also available in English ![]()
Καλλιτεχνικό
σημείωμα γράφει η Πόλυ
Χατζημάρκου
Στους 21 καλλιτέχνες του ΜοΤέΡ2 υπάρχουν κοινοί
τομείς ενδιαφέροντος αφού η πραγματικότητα, οι
προβληματισμοί τους ή το μέσο έκφρασης πολλές
φορές συμπίπτουν. Το κείμενο αυτό θα επιχειρήσει
να εντοπίσει αυτούς τους τομείς αλλά και να
τονίσει την πολύτιμη διαφορετικότητα τους.
ΥΔΑΤΙΝΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ
ΚΑΙ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ
Η πολύχρονη ανοιχτή ανάγνωση της Άλκηστης
Μιχαηλίδου στο τοπίο, την οδηγεί σε μια διαρκή
αναζήτηση: τοπίο –στην γενικευμένη του έννοια-
αφαιρετικό ή φορμαλιστικό, βίαιο και
χειρονομιακό ή ρεαλιστικό. Η
απόληξη όλης αυτής της πορείας, σε συνδυασμό με
την προσωπική σχέση της Μιχαηλίδου με τα
μαθηματικά, είναι η
δουλειά που παρουσιάζεται στο ΜοΤέΡ2. Ακουαρέλες,
video, τυπωμένα video stills και
εγκαταστάσεις στην αναζήτηση μιας φανταστικής
μονάδας νερού. Ή, καλύτερα, μιας ζωγραφικής
υπερμεγενθυμένης μονάδας νερού όπου το άυλο και
το υλικό δημιουργούν ονειρικές συζεύξεις.
Αισθητοποιώντας ένα μαθηματικό πρότυπο -την
ταλάντωση- και δουλεύοντας με αφηρημένες
γεωμετρικές διατάξεις, παρουσιάζει μια -πλούσια
σε εικαστική εμπειρία- δουλειά, στα όρια του
νεο-ρομαντισμού. Το έργο της Μάγδας Κούρτη “Mind Fluid” αποτελείται από
δύο βίντεο (Thoughts
& Float) με ήχο. Το
πρώτο παρουσιάζει την αιώρηση του σώματος σε
υδάτινες παραστάσεις: ένα παιχνίδι μεταξύ
ουρανού και θάλασσας συμβολίζοντας την
ταλάντωση της σκέψης στο απόλυτο κενό, στο χάος.
Στο ίδιο μοτίβο συμβολισμών, το δεύτερο βίντεο
λειτουργεί περισσότερο μινιμαλιστικά. Τα σώματα
αιωρούνται υπαινισσόμενα την εύθραυστη
ταυτότητα του σύγχρονου ανθρώπου αφού έχει
παγιδευτεί σε ένα ιστό από κοινωνικούς ρόλους,
προσδοκίες, και σχέσεις. Η ταυτότητα
θραυσματοποιείται, γίνεται ολοένα και
περισσότερο ασταθής. Το project συνοδεύεται από
τυπώματα φιγούρων σε ποικίλα υλικά. Η αίσθηση
μυσταγωγίας είναι πάντα παρούσα…Τις πολλαπλές
αποδόσεις της θάλασσας μέσω της ψηφιακής τέχνης προσεγγίζει στα
περισσότερα έργα του ο Απόστολος Κουμούλης.
Παραμορφώνει απλά γεωμετρικά στερεά στον
υπολογιστή και δημιουργεί τα δικά του καλούπια
με τα οποία εξελίσσει κάθε έργο. Παράλληλα με
αυτή τη μέθοδο ψηφιακής γλυπτικής, ο Κουμούλης
επεξεργάζεται φωτογραφίες ή έργα άλλων
(παράδειγμα το ιδιαίτερα ενδιαφέρον Fishy Night, μια χιουμοριστική
παραλλαγή στο Starry Night
του Van Gogh), επινοεί δικές
του φόρμες (όπως και στην Μιχαηλίδου, εδώ υπάρχει
προσωπική σχέση με τα μαθηματικά) ή σκανάρει
υλικά που βρίσκει στις φωτογραφικές του
εξορμήσεις. Το ταίριασμα τεχνολογίας,
μαθηματικών και τέχνης δημιουργεί ψηφιακές
κατασκευές που συχνά μετατρέπονται σε
αναπαραστάσεις φανταστικών σκηνικών.
OΝΕΙΡΟ ΚΑΙ ΠΑΡΑΜΥΘΙ
Ο Γιώργος Κούρουπας, ως γόνος σουρεαλιστικών
επιρροών, ζωγραφίζει ζητώντας περισσότερο την
νοητική αντίδραση και λιγότερο τον οπτικό
ερεθισμό. Επιπλέον, μεταθέτει στα έργα του
χαρακτηριστικά από την δεύτερη ιδιότητα του:
αυτή του σκηνογράφου. Έτσι, οι δημιουργίες του
λειτουργούν ως ένα κοσμοχώρος, μία μεταφορική
παραπομπή σε καρέ επιστημονικής φαντασίας.
Κοιτώντας τον «Ξένο» μεταφερόμαστε στο τέλος της
ταινίας «Underground» (Kουστουρίτσα),
όπου ένα κομμάτι γης αποσπάται και πλέει
απομονωμένο μαζί με τον θίασο. Έτσι ακριβώς το
κομμάτι γης του Κούρουπα (αποκομμένο από το μυαλό
του?) ταξιδεύει στο αχανές σύμπαν κυοφορώντας
τους ιδιόμορφους βλαστούς του. Τα έργα της Maud Guterstam αυθόρμητα
εκπέμπουν ένα μυστηριακό συνδυασμό. Σίγουρα η
Σουηδική καταγωγή της, συνυφασμένη με την
πολύχρονη παραμονή της στη Ρόδο, δικαιολογεί την
κομψή λειτουργικότητα των αιγαιοπελαγίτικων
αναφορών και την ομιχλώδη ατμόσφαιρα από
σκανδιναβικά παραμύθια. Το τραπέζι και η ψάθινη
καρέκλα του καφενείου, το μανουάλι με τα κεριά,
ένα τραπέζι με φρούτα, λίγα λουλούδια,
απομονώνονται από το φυσικό τους περιβάλλον και
διακριτικά σχεδιασμένα –σχεδόν μινιατούρες με
λιτές, αχνές γραμμές- τοποθετούνται άναρχα στο
τελάρο το οποίο κατακλύζεται από έντονα χρώματα.
Τα έργα της είναι χρωματιστά παιχνίδια μεταξύ
πραγματικότητας και ονείρου.
Μια γλυκιά, μεταφυσική ηρεμία διατυπώνεται
οπτικά στους πίνακες της Έλλης Γράβαλου που
μοιάζουν με εικονογραφία από παράδοξα παραμύθια.
Είναι δουλειά με έμπειρη χρήση των έντονων,
κριτικά βαλμένων χρωμάτων και της απλοποιημένης
φόρμας. Ο ονειρικός κόσμος της Γράβαλου
συνιστάται από «όλα τα ζωντανά και άψυχα
στοιχεία της φύσης…μέσα από τη δική τους
υπόσταση παρουσιάζεται ο άνθρωπος ως
δημιούργημα, δημιουργός, ως αναπόσπαστο κομμάτι
ενός κόσμου όπου τα πάντα είναι πιθανά». Αν και ο
ονειρικός κόσμος, το όνειρο, έχει και τη σκοτεινή
του όψη στο συμβολικό κώδικα του υποσυνείδητου. Η
ενηλικιωμένη παιδικότητα των έργων αντλεί υλικό
από το παρελθόν και επιχειρεί να ωραιοποιήσει
την πραγματικότητα ή να βρει ερμηνείες στον
χαοτικό κόσμο. Μια σειρά από γλυπτά και
ξυλογραφίες παρουσιάζει ο Χρήστος Πόνης. Με
μία τάση να διερευνήσει τις άγνωστες πτυχές του
εαυτού του, επινοεί ένα αναδρομικό ταξίδι στα
παιδικά του βιώματα. Ανοίγει τα μάτια στο
παρελθόν, αναβιώνει μια ετεροχρονισμένη
παιδικότητα και ανασύρει τα παιχνίδια, τα οποία
μετατρέπονται σε πολύχρωμα γλυπτά και
παραστάσεις. Στην πορεία αυτή, το χρώμα
χρησιμοποιείται ως τέταρτη διάσταση στην
προσπάθεια να κατανοήσει τις συμπεριφορές της
γλυπτικής μάζας όταν υφίσταται αλλεπάλληλες
χρωματικές παρεμβάσεις. Οι πολλαπλές
ιδιο-μορφίες του σχηματισμένου όγκου σε
συνδυασμό με το πλαστικό (εφήμερο-επίμαχο) ως
πρώτη ύλη, αποτελούν μια προσωπική ποπ ερμηνεία
στην αντιφατικά «κατασκευασμένη»
πραγματικότητα, άρα και ταυτότητα.
TOΠΙΑ ΚΑΙ ΥΦΕΣ
Η Ιωάννα Χατζηδιάκου με τη μέθοδο του light-painting, δηλαδή τον χρωματισμό με ζελατίνες συγκεκριμένων σημείων του θέματος, εμπνέεται και φωτογραφίζει τη Μεσαιωνική Πόλη της Ρόδου. Ξαφνικά τα γνωστά σε όλους κτήρια, μνημεία και πλατείες παίρνουν άλλη διάσταση. Με διακριτική παρεμβολή, το τοπίο μεταλλάσεται, σκηνοθετείται/ σκηνογραφείται εκ του νέου. Το περιβάλλον αγγίζει τα όρια του φανταστικού δίχως να αποπροσανατολίζει ή να παραπλανεί τον θεατή. Γίνεται ένα μυθικό σκηνικό θεάτρου, με τα έντονα φώτα του, έτοιμο για την μεγάλη παράσταση όπου τα οργανικά στοιχεία (δέντρα, δρόμοι) θα είναι οι πρωταγωνιστές. O Παναγιώτης Μπερεδήμας, παρουσιάζει για πρώτη φορά, μετά τα φοιτητικά του χρόνια, επιλογές από την φωτογραφική δουλειά του. Ο καλλιτέχνης μεταφέρει στην φωτογραφία το παιχνίδι του φωτός και την εξονυχιστική μελέτη της στιγμής που κυριαρχεί στις τοπιογραφίες του. Ο χρόνος καταγράφεται για να ακινητοποιηθεί στη συνέχεια με τη ζωγραφική. Η διαδικασία είναι ήδη γνωστή στην πορεία της Δυτικής τέχνης: ο Eugene Atget έχει ήδη επιλέξει, στο τέλος του 19ου αιώνα, ως κύρια δραστηριότητα, την φωτογράφηση του περιβάλλοντος χώρου για λογαριασμό φίλων του ζωγράφων. Η διαδικασία από το εφήμερο στο μνημειακό περνάει μέσα από το φακό που τελικά του επιτρέπει να φωτογραφήσει ότι δεν θέλει να ζωγραφίσει και το αντίθετο. «Είναι αναζητήσεις, όχι όμως με τον τρόπο του σύγχρονου καλλιτέχνη […], αλλά με τον τρόπο του παλιού δασκάλου που παρατηρεί τον σύγχρονό του κόσμο και απολαμβάνει το βάρος που εναποθέτει στους ώμους του η παράδοση στην οποία ανήκει». Τα εικαστικά περιβάλλοντα της Ουρανίας Βολονάκη, στην πιο πρόσφατη σειρά έργων της, είναι εμπνευσμένα από τα καρνάγια. Στο μεταίχμιο παραστατικής και εξπρεσιονιστικής γραφής, μελετάει τη σύσταση του χώρου, τη δομή και τη φθορά του από το χρόνο. Η διάβρωση των υλικών και η επικάθηση μικροστοιχείων στην επιφάνεια τους (φυσική πατίνα) προκαλούν ένα ζωγραφικό-πλαστικό αποτέλεσμα (γραμμή-ρυθμική επανάληψη των φυσικών μοτίβων). Παράλληλα, τα υλικά που μαζεύει η ζωγράφος από τα καρνάγια ενσωματώνονται απόλυτα στο τελάρο έτσι ώστε το έργο να καθρεφτίζει το χρόνο, τη μνήμη την παράδοση, την ιστορία του.
ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ
ΕΙΔΩΛΑ
Ο Άγγελος Σπάρταλης έχει αφήσει πίσω τις σουρεαλιστικές αναφορές και επικεντρώνεται στον εξπρεσιονισμό. Ένα ξεχωριστό εξπρεσιονισμό. Άγριος, με βίαιες πινελιές, έντονα χρώματα, ατέρμονους πειραματισμούς του είναι και του φαίνεσθαι, αυτός ο εξπρεσιονισμός μεταφέρει στο αποτέλεσμα υπέρμετρη οξύτητα. Και στην εικόνα αλλά και στο χώρο που δημιουργεί. Ο Σπάρταλης όταν ζωγραφίζει κάνει θόρυβο, λερώνει και λερώνεται. Είναι αυτό που ζωγραφίζει. Προκαλεί ένα art attack, μια επίθεση στην αισθητική μας, μέσα από τις κλασικές οδούς του λαδιού και του τελάρου. Παίρνει συγκεκριμένα στοιχεία από το μοντέλο και προσθέτει όλο το πάθος και τη φιλοσοφία του για τη ζωή. «Έτσι που ο καλλιτέχνης μπορεί να ανοίξει ή μάλλον να ξεκλειδώσει τις βαλβίδες της αίσθησης ώστε να επαναφέρει τον παρατηρητή πίσω στη ζωή πιο βίαια». Με την ανθρώπινη φιγούρα ως αλληγορία αντιθέτων καταπιάνεται ο Άγγελος Μιχαηλίδης. Σύνθεση-ανασύνθεση-αποσύνθεση, δομή-αποδόμηση, παρουσία-απουσία, ύπαρξη-ανυπαρξία, ζωή-θάνατος. Οι ρέπλικες της ίδιας σκυθρωπής, απρόσωπης φιγούρας γίνονται οι φορείς μεταφορικών συνειρμών. Τοποθετημένες μέσα σε κουτιά-κατασκευές ή αιωρούμενες μετουσιώνουν την αντίληψη μας για τον χώρο και διατυπώνουν τις διαφορές και τις συγκλίσεις του πραγματικού και του προσομοιωμένου. Αντί να χάσουν το νόημα τους από την επανάληψη, δημιουργούν νέες νοητικές ορίζουσες. Φτιαγμένες από διαφορετικά υλικά –από το κάρβουνο ως και την ψηφιακή επεξεργασία- υποβάλλουν τον θεατή σε μία συναισθηματική φόρτιση και ένα έντονο προβληματισμό με πνευματικές προεκτάσεις. Ο Νίκος Παπαδημητρίου έχει περάσει από διαφορετικά στάδια-ορόσημα εικαστικής έκφρασης. Από την εξπρεσιονιστική απόδοση, στην μινιμαλιστική σκιαγράφηση με περιγράμματα και έπειτα οι πολύμορφες βίντεο-εγκαταστάσεις. Θεματολογικά, η ανθρώπινη φιγούρα είναι πάντα παρούσα, μάρτυρας των μορφολογικών και εννοιολογικών προβληματισμών του καλλιτέχνη. «Επιτυγχάνει […] την αξιοποίηση του ψευδαισθησιακού στοιχείου, με λυρισμό και συχνά ρομαντική διάθεση, την ταύτιση εικονικού και πραγματικού». Στο ΜοΤέΡ 2 τα νέα ζωγραφικά έργα και βίντεο που παρουσιάζονται εμπλέκουν υφολογικά στοιχεία από όλες τις προηγούμενες δουλειές. Παράδειγμα, το βίντεο «Part of a dramatic story” βασισμένο σε ένα κλιπ από την Lolita του Kubrick. Με εικαστική ματιά (όχι αφήγηση) επεξεργάζεται την εικόνα, την ταχύτητα των καρέ και τον ήχο. Η εικόνα τροποποιείται έτσι ώστε να απομείνουν οι βασικές λευκές γραμμές σε μαύρο φόντο. Κατά ένα τρόπο, ο Παπαδημητρίου γυρνάει πιο ώριμα στην περίοδο των αποδομημένων περιγραμμάτων προσφέροντας μια σπουδαία εναλλακτική αισθητική πρόταση. Τον κύριο ρόλο στα έργα του Τάσου Παπαδόγκωνα τον έχει η γραμμή του πορτραίτου. Ο καλλιτέχνης βρίσκεται σε ένα οδοιπορικό εξετάζοντας τις δυνατότητες της γραμμής, πως ορίζει τα επίπεδα, τους χώρους, τις φόρμες, πως δίνει τόνο και έκφραση, πως τυλίγεται γύρω από τους όγκους απαρατήρητη και ολοκληρώνει την εικόνα. «Τρέχει» η γραμμή για να δώσει έμφαση στα στοιχεία εκείνα που θα αποδώσουν τα χαρακτηριστικά και θα αποτελέσουν την ψυχογραφία του μοντέλου. Σε δεύτερη φάση, το έργο δουλεύεται στον υπολογιστή, η φόρμα επαναπροσδιορίζεται και ανασυντίθεται ψυχογραφώντας αυτή τη φορά τον καλλιτέχνη. Πιο αφαιρετική από την προηγούμενη σειρά έργων είναι η νέα δουλειά της Μαρίας Ανεζιά. Ζωγραφική σε γυαλί μικρών διαστάσεων, με την ανθρώπινη μορφή πάντα παρούσα. Αυτή τη φορά με λιγότερες γραμμές και λεπτομέρεια, διαφαίνεται η ποιοτική καλυτέρευση της σ’ αυτό το δύστροπο υλικό. Οι φιγούρες, συμβολικά υποκατάστατα των ανθρώπινων σχέσεων, της ύπαρξης σε δυσδιάβατα μονοπάτια, τοποθετούνται σε παράδοξα περιβάλλοντα. Οι ευάλωτες πτυχές του ατόμου, η αγωνία και ο αγώνας του σκιαγραφούνται άλλοτε με οπτιμισμό και ποιητική διάθεση και άλλοτε με φανερή την αίσθηση ενός ασφυκτικού εγκλωβισμού.
ΥΛΕΣ ΚΑΙ
ΚΡΙΤΙΚΗ
Πως οι συνδυασμοί διαφορετικών υλικών μπορούν να πλάσουν έργα που αντικατοπτρίζουν προβληματισμούς ή ασκούν κριτική? Αυτό το ερώτημα διαπραγματεύονται οι καλλιτέχνες Παπακυριακού, Κιούρη, Tasso και Καπετάν-Μύγας. Ο καθένας με τις δικές του παραμέτρους. Ο Δάμων Παπακυριακού μεταχειρίζεται υλικά όπως ξύλο, γυαλί, γύψο, μέταλλα, κρυστάλλους και φτερά, λάμπες αλογόνου. Οι κατασκευές του αναδεικνύουν την ιδέα της φυγής, της αποδέσμευσης από τους κοινωνικούς ρόλους με τα φτερά της φαντασίας και της γλυκιάς παιδικότητας. Τα υλικά ξεπερνούν τις κλασικά δοσμένες ιδιότητες τους και γίνονται οι πομποί της ανθρώπινης ανάγκης για τρυφερότητα, πνευματικότητα, αρμονία και προσωπική ελευθερία. Ο Κιούρη στο ΜοΤέΡ1 παρουσίασε μια σειρά έργων μικρών διαστάσεων μετατρέποντας τα καθημερινά αντικείμενα του περιβάλλοντος του σε εργαλεία κριτικής –ενισχυόμενα από τους τίτλους τους-. Στο ΜοΤέΡ 2 παρουσιάζει μεγαλύτερες διαστάσεις και εγκαταστάσεις. Ο μικρόκοσμος του Κιούρη για πρώτη φορά μεγενθύνεται ενώ συνεχίζει να καταπιάνεται με ζητήματα που άπτονται της διεθνούς πραγματικότητας, χαρτογραφώντας την θέση του στο υβριδικό κοινωνικό πλέγμα που ζούμε: γενετική μηχανική και κλωνοποιήσεις, ο πόλεμος μέσα από τα μάτια των παιδιών και το τέλος της αθωότητας, η αποξένωση στις ανθρώπινες σχέσεις…Μια παράξενη γλυπτο-ζωγραφική δημιουργεί ο Tasso. Τα αποτυπώματα των αντικειμένων –σαν ίχνη από εικόνες του παρελθόντος- που επιλέγει, εναποθέτονται πάνω στο τελάρο με γενναιόδωρες δόσεις τσιμέντου. Μια μετα-βιομηχανική τοιχογραφία, προσωποποιημένη, άρα και πιο δύσκολο να την κατανοήσει κανείς. Κοιτάζοντας βαθύτερα ανακαλύπτουμε στοιχεία από art brut, πριμιτιβισμό, σουρεαλισμό. «…πρόκειται για ένα είδος εσωτερικού λυρισμού, διαμέσου του οποίου εκφράζεται ένας μυστικός θαυμασμός για τη ζωή και τα αντικείμενα. Γι’ αυτό το λόγο ο καλλιτέχνης φαίνεται αναμνησιακά παρασυρμένος από τη ζωγραφική του…». Ο Καπετάν-Μύγας (Δημήτρης Μιστριώτης) δημιουργεί τέχνη εκπορευόμενη από το πνεύμα των πραγμάτων. Σκάβει στη γη της ψυχής του και ανακαλύπτει συναισθήματα και μνήμες ιθαγενείς. Κοιτάει βαθύτερα (ενδοσκόπηση) στην παράδοση, την ιστορία, τη θρησκεία, την ελληνική κουλτούρα, την εσώτερη διάσταση της διεθνούς τέχνης, το περιβάλλον του και αναζητώντας τη λύτρωση, το Όλο των πραγμάτων, ζωγραφίζει «ευχητική ζωγραφική» όπως την αποκαλεί ο ίδιος. Μη συμβατική, σχεδόν ψυχαναλυτική, επιχειρεί να γεφυρώσει το νου και τις αισθήσεις. Η τεχνοτροπία συνυφαίνεται τελικά με την νοοτροπία του. Οι δισδιάστατες παραστάσεις αντικειμένων & προσώπων, συνοδευόμενες από τους ζωγραφισμένους τίτλους τους, μας παραπέμπουν σε διάφορες γραφές της Δυτικής τέχνης: λαϊκή γραφή, art brut, αφηρημένος (αμερικάνικος) εξπρεσιονισμός, βυζαντινή γραφή – ένα ιδιαίτερο εικαστικό χωνευτήρι.
ΚΑΝΑΤΑΛΩΣΗ ΚΑΙ TAYΤΟΤΗΤΑ
Στη γενιά της γρήγορα κινούμενης εικόνας των
αρχών του millennium
ανήκει η καλλιτεχνική ομάδα Ε 2.13. Με όνομα από
συντηρητικό τροφίμων, η ομάδα στρέφεται προς τον
ηλεκτρονικό κόσμο με τον οποίο μεγάλωσε
(Ίντερνετ, ψηφιακή τεχνολογία, βίντεο-κλιπ τύπου MTV, διαφήμιση, reality shows) και με τη βοήθειά
τους δημιουργεί σαρκαστικές, ωμές παραλλαγές. Το
κύριο έργο που παρουσιάζουν στο ΜοΤέΡ2 είναι «Ο
ναός του χρήματος» και έχει ως κεντρικούς άξονες
το τρίπτυχο Θρησκεία, Πολιτική, Σεξ. Εξετάζουν
πως αυτό το τρίπτυχο έχει γίνει συνάρτηση του
θεάματος –αναπόσπαστο κομμάτι της λαϊκής
κουλτούρας- και αρωγός της τρέχουσας
παγκοσμιοποιημένης οικονομίστικης ηθικής, η
οποία τελικά συνενώνει την κοινωνία στην
αλλοτρίωση της. Ο άνθρωπος-πράγμα, φετιχιστής της
κυκλοφορίας του εμπορεύματος θα σοκαριστεί
(σοκάρονται ακόμη οι άνθρωποι?) μπροστά στην
κριτική των Ε 2.13. Η Μάρθα Δημητροπούλου
αναδομεί και τονίζει την φαινομενική
πραγματικότητα. Σχήματα δανεισμένα από τον
φυσικό κόσμο μεταμορφώνονται εικαστικά αφού
πρώτα έχουν ερευνηθεί οι κρυμμένες εσωτερικές
υπο-φόρμες τους. Παράδειγμα, τα μήλα που
χρησιμοποιούνται ως οικοδομικά τούβλα και
ορίζουν μια νέα χωροταξική δομή. Το «πειραγμένο»
σχήμα στα τετράγωνα στοιβαγμένα καρπούζια που,
με μια ποπ αισθητική, αναφέρονται στα
μεταλλαγμένα τρόφιμα και την «μετα-ανθρώπινη»
εποχή των σούπερ μάρκετ και της κατανάλωσης. Ή,
ακόμη, τα πλαστικά μπουκάλια, διαφορετικών
χρήσεων και μεγέθους (εφήμερο), που βάφονται έτσι
ώστε να δημιουργήσουν μια faux μαρμάρινη επιφάνεια
(μόνιμο). Η δουλειά της Δημητροπούλου ορίζεται ως
μια αρχιτεκτονική των υπολειμμάτων –τα ερείπια
των μετα-μεταμοντέρνων ημερών μας.
Βιβλιογραφία-αναφορές
-
Ζενάκος,
Αυγουστίνος, Η Πάλη με τις οριστικές συμβάσεις
και η Ζωγραφική του Παναγιώτη Μπερεδήμα,
κατάλογος, γκαλερί Έκφραση, Αθήνα, 2001
-
Καμπουρίδης, Χάρης
& Λεβούνης, Γιώργος, Νεοελληνική Τέχνη 20ος
αιώνας-Οι πολύτιμες συλλογές της Πινακοθήκης
Ρόδου, Υπουργείο Αιγαίου, Αθήνα, 1999
-
Τσίκουτα, Λίνα, εισαγωγικό
σημείωμα, κατάλογος έκθεσης
«εικόνα-χώρος-φιγούρα» Νίκου Παπαδημητρίου, χώρος
τέχνης Άλεκτον, Αθήνα, 2002
-
Φιοραβάντες,
Βασίλης, Κοινωνική θεωρία και Αισθητική,
εκδόσεις Αρμός, Αθήνα, 1999
-
Featherstone,
Mike (ed.), Cultural theory and Cultural Change, Sage Publications, London 1992
-
Fukuyama
Francis, Our PostHuman Future - consequences of the biotechnology revolution,
Farrar, Straus & Giroux, Νέα Υόρκη, 2002
-
Kellner,
Douglas, Media Culture, Routledge, London, 1995
-
Rose A.
Margaret, The post-modern & the post-industrial- a critical analysis, Cambridge
University Press, Cambridge, 1992
-
Stangos,
Nikos (ed.), Concepts of modern art –From Fauvism to Postmodernism, Thames and
Hudson, London, 1995
-
Sylvester, David, “Η ωμότητα των
πραγμάτων-Συζητήσεις με τον Francis Bacon”, εκδόσεις Άγρα, Αθήνα
1988
>
Το
κείμενο σε αρχείο MS-Word
> www.moter.gr
η σελίδα του ΜοΤέΡ 2
στο διαδίκτυο